Είχε γείρει το, προστατευμένο από το γκρί σκούφο, κεφάλι του πάνω στον κίτρινο στύλο του φαναριού, εκεί που δίνω συχνά ραντεβού με την παλιότερη παιδική μου φίλη. Στην άκρη του οπτικού μου πεδίου, το ποδήλατο πάνω στη στέκα, έτοιμο σχεδόν να φύγει.. σε αντίθεση μ'εμάς. Το μυαλό μου, λειτουργώντας πάλι σαν φωτογραφική μηχανή, κράτάει την εικόνα απαράλλακτη. Τα κόκκινα γένια, τονισμένα για άλλη μια φορά από το κόκκινο στο μπουφάν. Το στραβό χαμογελάκι, γεμάτο με κάτι ανάμεσα σε πρόκληση και ειρωνεία. Τα μάτια, καρφωμένα στα δικά μου, ακόμα κι όταν κοιτούσα δεξιά κι αριστερά, τάχα περιμένοντας το απέναντι φανάρι να μου δώσει την άδεια να περάσω το δρόμο. Τα γυαλιά είχαν γλιστρήσει πάλι πάνω στη μύτη του. Ήταν στ'αλήθεια στραβή; Η στάση του απλά μου φώναζε να απλώσω το χέρι να του χαϊδέψω το μάγουλο, να τον πλησιάσω και να τον φιλήσω για άλλη μια φορά, απλά και μόνο για να διώξω το αυτάρεσκο χαμόγελο από τη φάτσα του. Με θέλει όπως κι εγώ, το ξέρω. Το μυαλό μου να μου δίνει διαταγές να κρατήσω τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν. Το κρύο έδινε πάντα μια καλή δικαιολογία.
ΠΡΑΣΙΝΟ. Πόση ώρα κράτησε η αναμονή; Να το αφήσω να γίνει κόκκινο για άλλη μια φορά, να επιμηκύνω το χρόνο που κάθε φορά δανείζομαι από κάποια άλλη; Πλησιάζω. Τα μάτια μου στα δικά του. Τα δάχτυλά μου πάνω από τα δικά του, χαμογελάω πονηρά. Λίγο, τόσο λίγο, για να νιώσω πάλι την ανατριχίλα από την επαφή. Πετάω απλά ένα "γειά" και κάνω μεταβολή. Κράτησε άραγε όλο αυτό ένα δευτερόλεπτο; Τα μάτια του στην πλάτη μου κοντεύουν να ανοίξουν τρύπα, το νιώθω. Δε θα κοιτάξω πίσω. Δε θα τον δω ακουμπισμένο στο φανάρι να με κοιτάει καθώς φεύγω. Δε θα νιώσω σα να παίζω σε ταινία.
Ένα φανάρι, δύο φανάρια, πράσινα στη σειρά. Το τρίτο κόκκινο. Γυρνώντας το κεφάλι, τον βλέπω ακόμα εκεί, να περιμένει. Πάλι έχασα, γαμώτο. Πάει στο ποδήλατο. Ανοίγει το στόμα του να πει κάτι, και ξέρω από πριν πως θα φωνάξει απλά ένα "γειά"...
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Σκέψεις μιας νεράιδας" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
