Ανάμεσά μας υψώνεται πια ένας τοίχος. Ψηλός και παχύς, δεν μπορώ να σε δω, ούτε να σε ακούσω. Δεν μπορώ να περπατήσω αρκετά μακριά για να τον παρακάμψω, ούτε και να περάσω από πάνω του. Όμως ξέρω ότι είσαι πίσω του. Σε έβλεπα που τον ύψωνες σιγά σιγά, και προσπαθούσα να τον γκρεμίσω, αλλά έβγαζα τα τούβλα ένα ένα, ήταν βαριά για τα χέρια μου, δεν προλάβαινα την πρόοδο του χτισίματός σου. Μετά απόφάσισα να τον αγνοήσω, όμως όταν συνειδητοποίησα πόσο μεγάλος θα ήταν, κατάλαβα και ότι θα σε έχανα. Πανικοβλήθηκα. Ακόμα, κάθε φορά που προσπαθώ να σε φτάσω και πέφτω πάνω του, πονάω σαν την πρώτη φορά που συνειδητοποίησα τι συμβαίνει... ίσως πιο πολύ, γιατί τώρα ξέρω πως δε θα μπορέσω ποτέ να τον ρίξω.Φωνάζω όσο πιο δυνατά μπορώ, δε με ακούς. Ρίχνω φωτοβολίδες για να τραβήξω την προσοχή σου, κι εσύ κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις και λες "α τι ωραία πυροτεχνήματα!"Ο λαιμός μου έχει ματώσει, τα νύχια και τα δάχτυλά μου έχουν ματώσει, το γόνατά μου έχουν γεμίσει μελανιές, κι όμως δεν καταφέρνω τίποτα.
Ρίξ'τον τον γαμημένο τοίχο. Σε παρακαλώ.. Άσε με να σε δω, να σε ακούσω ξανά. Δε θα σε αγγίξω αν δεν το θες. Θα προσπαθήσω και να μη μιλήσω, να μη σου ζητήσω τίποτα απ'αυτά που δε θες. Έχω εγκλωβιστεί στην άλλη άκρη του κόσμου σου, δεν αντέχω άλλο πια εδώ..
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Σκέψεις μιας νεράιδας" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »