Την επαύριον μετά την γιορτή των καθαρμών βγήκανε από τα καταφύγια οι μεγάλοι αδελφοί πεινασμένοι. Δώσανε διαταγή να στρωθεί πάλι τράπεζα μεγάλη. Φέτος θα γιορτάσουνε μαζί και τα νικητήρια. Κάμανε πρόσκληση σε κάθε μεγαλόσχημο που κείνες τις δύσκολες ώρες κρατούσε το φανάρι του επιμελώς αναμμένο να φωτίζει το έργο του αγαθού που είχανε να επιτελέσουν και ορίσανε να αρχίσει το δείπνο το μεσονύχτι, την ώρα που η πλάση ησυχάζει. Έτσι είπαν και έτσι κάμανε. Μαζώχτηκαν από τα τέσσερα μέρη του ορίζοντα και δείπνησαν σάρκες απ’ την σάρκα τους και ήπιαν αίμα από το αίμα τους ζεστό και καθαρμένο.
- Το νιτερέσο είναι νιτερέσο και η αγάπη είναι αγάπη. Έχουμε…. είπανε, και εμείς ανθρώπους που στηρίζονται στα κράσπεδα των ιματίων μας.
Ανοίξανε τη βίβλο των ποιητών και διαβάσανε στίχους να ευφρανθεί η ψυχή τους.
Σελίδα δέκα τρία κεφάλαιο πρώτο :
Άνοιξε το στήθος ενός λύκου
και ξερίζωσε την καρδιά του
να δεις την εικόνα σου
να δεις την ομοίωσή σου
κι ύστερα πάρε φύραμα
και πλάσε τον κόσμο σου.
Κι ύστερα πάρε το γκρίζο του μαλλί
και φτιάξε πανωφόρι
να ζεστάνεις το ψύχος που φώλιασε
τούτες τις μέρες στην γειτονιά σου.
Έμειναν άφωνοι να θαυμάζουνε την μυστική φωνή του ποιητή που κρένει εδώ και αιώνες. Που ‘χε την προαίσθηση, κοιτώντας κάποτες απ’ το αμπαρωμένο του παράθυρο, πως δε θα ‘ναι λίγες οι φορές που θα βάλουνε κείνο το πανωφόρι και θα δουν στον καθρέπτη τους κείνη την εικόνα.
Ενθουσιάστηκαν πολύ που τ’ ανήσυχο πνεύμα του ανθρώπου έσκαψε τόσο βαθιά τα μύχια της ψυχής κι αρχίσανε να κάνουνε επανάληψη :
Έπεσε ανίερος λιμός
μα σεις γευτείτε γάλα
και κάμετε νηστεία
σαράντα ημερών
και κοιμηθείτε αμέριμνοι
πως κάματε το χρέος σας.
Σαλπίσατε λόγια
π’ απαλύνουν τις πληγές
διδάξετε την πενία
στρώσετε το σκεπαστήρι σας
και κοιμηθείτε αμέριμνοι
πως κάματε το χρέος σας.
Ψάλετε άσματα γλυκά
πως έρχεται η κρίση
φόβος και τρόμος μέγας,
κι αφήστε τους μονάχους
να βρουν μεσσίες να σωθούν
και κοιμηθείτε αμέριμνοι
πως κάματε το χρέος σας.
Στο τέλος λυπηθείτε τους πολύ
γι αυτό σας δίνουμε τα γρόσια,
και βεβαιώστε πως
η αθάνατη ψυχή τους
μια ανέσπερη ημέρα
θα βρει το δίκιο της
και θα γευτεί το γάλα
που βυζαίνετε εσείς τώρα
στ’ όνομα αυτού που είχε
για φόρεμα ένα κουρέλι
κι ύστερα κάτσετε
στους δώδεκα θρόνους σας
σαν θέσμιοι εκπρόσωποι
και κοιμηθείτε αμέριμνοι
πως κάματε το χρέος σας.
Κι ήτανε βάλσαμο οι στίχοι αυτοί για την ψυχή τους, που χώνεψαν γρήγορα το θήραμα του κόσμου…….
Τέλος πριν χωριστούνε, βγάλανε το συμπέρασμα. Ο κύκλος της ζωής γυρίζει ατέρμονος και υποταγμένος στο άτηκτο θέλημα μιας κάστας αποφασισμένων, όπως τότε και τώρα και στους αιώνας των αιώνων.
( Απουσία )
Κάποτε μιαν μελαχρινή αγραπιδιά αγγαρέψαμε
καθώς γαντζωμένη
έστεκε στο ακροκέραμο των αιώνων
να γράψει στον ίσκιο της
την λέξη Δικαιοσύνη.
Όσοι δεν προσκυνήσαμε χρωματιστούς
φελλούς με τα σκουριασμένα νύχια μας
σκαλίσαμε τα άνυδρα παρτέρια.
Μέσα απ΄ τις μελανές παπαρούνες μας
πετάχτηκε η άνοιξη σα ροδομάγουλη
κυρά και δικαιοκρατούσα.
Τα βήματά μας έφεγγε η νύχτα
και τους φελλούς πατήσαμε
που τάπωναν τα σιγαλά ηφαίστεια
και γελούσαμε
και γελούσαμε
σαν τα παιδιά που η θειά θαλασσινή
εκέρναε γλυκό τριαντάφυλλο.
Τούτα τα μάτια δεν προσκύνησαν κανένα.
Διψούσανε για ζωή
και ήπιανε γουλιά γουλιά
τον « πρώτον καλόν » ήλιο.
Πεινούσανε για γνώση
και φάγανε μπουκιά μπουκιά
το σιτευτό φεγγάρι.
Αίμα στα δόντια μας ακόμα
στα κομμένα μας πόδια
σάρκες πρησμένες
αδύναμες πια να πλειοδοτήσουν.
Τούτα τα πριονισμένα χέρια δεν προσκύνησαν κανένα.
Χτενίσανε τις φαλακρές κορφές
των « ορέων που καπνίζουν »
των ορέων που επιβλέπουν
τις ξερολιθιές και τα ευώδη σύμπαντα.
Μέρα τη μέρα κατ΄ απ΄ τα χιόνια
τη χλαίνη ζέσταιναν
σημάδια νεκρών
παυσίπονα
στην δακρυρροούσα πηγή
που την οργή μεταμόρφωνε.
Ορκίζω τον γλάρο
τα χνώτα μας στο κατάρτι να υψώσει
μια απ΄ εδώ
μια απ΄ εκεί
ανεμίζοντας στο καπηλειό
των αδελφών ζητιάνων.
Με τα φτερά του ήλιου πετάξαμε
το χρέος στην άνοιξη να εκπληρώσουμε.
(Η δικαιοσύνη όμως είναι λέξη
ακριβή
και παραμένει σε χρόνους
μελλούμενους.)
Όσο κι αν επιμένουν
να τρυγούν την καρδιά μας
το αίμα μας Tsunami
θα γενεί,
(ένα παιδί του δρόμου ν΄ αμνηστεύσουμε
που αύριο του έμελλε να γεννηθεί
πρώτα αδελφοί μου θέλει να πεθάνουμε
κι ύστερα η ζωή να μας δοθεί, )
όσον κι αν θέλουν με την ψυχή
μας να χορτάσουνε
τα χέρια μας μπαλτάδες
θα γενούνε,
(ένα παιδί του δρόμου ν΄ αμνηστεύσουμε
που αύριο του έμελλε να γεννηθεί
πρώτα αδελφοί μου θέλει να πεθάνουμε
κι ύστερα η ζωή να μας δοθεί.)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΩΔΗ ΣΤΑ ΠΑΘΗ
http://pemmanouil.blogspot.com/
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Η ενορία κοντά σου" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
