
Με αγάπη και τιμή σας κάνουμε γνωστό ότι την Τρίτη 23 Φεβρουαρίου μνήμη του αγίου Ιερομάρυρος Πολυκάρπου Επισκόπου Σμύρνης, εορτάζει το δεξιό κλίτος του Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονος Κοκκίνου Μετοχίου Μουρνιών.
Το πρόγραμμα της εορτής έχει ως εξής
Α) Την Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου παραμονή της εορτής, στις 17.00 θα ψαλλεί ο μέγας πανηγυρικός Εσπερινός και η ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου.
Β) Την Τρίτη 23 Φεβρουαρίου στις 07.00 οι ακολουθίες του Όρθρου των Ωρών και η προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
Γ) Θα ακολουθήσει δεξίωση στο Ενοριακό Πολιτιστικό Κέντρο.
Στις εκδηλώσεις θα συμμετάσχει ο Σύλλογος Μικρασιατών νομού Χανίων « ο Άγιος Πολύκαρπος.»
ΜΑΡΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ
Ή Εκκλησία τοΰ Θεοΰ πού παροικεί στη Σμύρνη προς
τήν· Εκκλησία τοΰ Θεοϋ πού παροικεί στο Φιλομήλιο και
προς δλες τις παροικίες της αγίας και καθολικής Εκκλη-
σίαςσέ κάθε τόπο* έλεος, ειρήνηκαι αγάπη τουΘεοϋ
πατρός και του Κυρίου ημών Ίησοΰ Χρίστουπληθυνθείη
σέσας.
Σας γράψαμε, αδελφοί, τα σχετικά με τους μάρτυρες και τό τέλος του μακαρίου Πολυκάρπου, πού σαν σφρα-γίδα έκλεισε τους διωγμούς. "Ολα δσα έλαβαν χώραν φανερώνουν με το φως τοΰ Θεού πώς μαρτυρείται το Ευαγγέλιο.”O Πολύκαρπος αυτή την ώρα περίμενε, για να παραδοθή και ό ίδιος, κάνοντας ό,τι είχε κάμει κι' ό Κύριος ώστε νά τον μιμηθούμε κι εμείς μη μόνον σκοπο-ύντες το καθ' εαυτούς, άλλα και το κατά τους πέρας. Δι-ότι γνώρισμα της αληθινής και δυνατής αγάπης είναι το να μη θέλη κανείς να σώση μόνο τον εαυτό του, άλλα και όλους τους αδελφούς.
Υπήρξαν, λοιπόν, μακάριοι και γενναίοι όλοι οι μάρτυ-ρες πού έπεσαν πιστοί στο θέλημα του Θεού. Κι εμείς πρέπει με περισσότερη ευλάβεια τώρα να εμπιστευόμα-στε το πάν στον εξουσιαστή των πάντων Θεό. Και ποιος δεν θεά θαυμάση τη γενναιότητα, την υπομονή και τον έ-ρωτα προς τον Κύριο, πού είχαν εκείνοι; Με το μαστίγω-μα τους καταξέσχισαν το κορμί, κάνοντας να φάνουν οι φλέβες και οι αρτηρίες, άλλ' εκείνοι έδειξαν τόση καρτε-ρία, ώστε οι θεαταί να νοιώσουν έμφοβο θαυμασμό και συμπόνοια και να ξεσπάσουν σε οδυρμό. Άλλοι μάρτυρες έφτασαν σε τέτοιο σημείο ανδρείας πού κανένας τους δεν έβγαλε άχνα και στεναγμό, δείχνοντας έτσι σ' όλους μας ότι εκείνη την ώρα των βασάνων ανέβαιναν στον Χρίστο ή μάλλον ό ίδιος ό Κύριος είχε κατεβή και συνομι-λούσε μαζί τους. Κολλημένοι στη χάρι του Χριστού, κα-ταφρονούσαν τα βάσανα πού τους έκανε ό κόσμος, αγο-ράζοντας μέσα σε λίγες στιγμές ολόκληρη την αιωνία ζωή. Ή φωτιά πού τους έβαζαν οι δήμιοι ήταν γι' αυ-τούς δροσιά. Διότι μπροστά στα μάτια τους ένα είχαν μέ-λημα· πώς να ξεφύγουν το αιώνιο πυρ, τη φωτιά πού δεν σβύνεται ποτέ κι οί καρδιές τους λαχταρούσαν εκείνα τα αγαθά πού περιμένουν όσους έγκαρτερήσουν, τα αγαθά, ά ούτε ους ήκουσε ούτε οφθαλμός είδεν ούτε επί καρδί-αν ανθρώπου ανέβη. Αυτά τα αγαθά τους παρουσίαζε ή-δη ό Κύριος και δεν ήσαν πλέον άνθρωποι, αλλά άγγελοι. Επίσης και εκείνοι πού ρίχθηκαν στα θηρία υπέφεραν πολλή και φοβερή δοκιμασία. Άλλοι έγι-ναν κομμάτια μ' αγκαθωτά κολαστήρια όργανα κι άλλοι τέλος μ' άλλες χιλιότροπες επινοήσεις βασάνων τελειώ-θηκαν. "Ολους αυτούς ό διάβολος πάσχισε μ' ένα σωρό δοκιμασίες να τους τραβήξη στην άρνησι, αλλά χωρίς να το καταφέρη.
Πολλά μηχανεύθηκε εναντίον τους το πονηρό πνεύ-μα. Άλλα δόξα τω Θεώ- όλοι το κατατρόπωσαν. Παρά-δειγμα τους ενισχυτικό ήταν ή υπομονή πού έδειξε ό γενναιότατος Γερμανικός. Αυτός αντιμετώπισε και τα θηρία μέσα στο αμφιθέατρο. Ενώ ό ανθύπατος προσπα-θούσε να τον πείση ν' άλλάξη γνώμη, λέγοντας του να λυπηθή τα νιάτα του, προκάλεσε ό ίδιος το θηρίο να τον κατασπάραξη, θέλοντας μια ώρα γρηγορώτερα ν' απαλ-λαγή από την άδικη και άνομη πολιτεία των εθνικών. Μό-λις, λοιπόν, ό όχλος είδε και θαμπώθηκε άπ' αυτό το δείγμα γενναιότητος του θεοφιλούς και θεοσεβούς γέ-νους των χριστιανών ξέσπασε σε φωνές" Να λείψουν οι άθεοι! Φέρε εδώ και τον Πολύκαρπο!
"Ένας όμως από τους χριστιανούς, πού τον έλεγαν Κόϊντο, καταγόμενος· από τη Φρυγία, και πού είχε έλθει πρόσφατα από εκεί, βλέποντας τα θηρία λιποψύχισε. Ενώ ό ίδιος ήταν πού είχε πείσει μερικούς άλλους να έλθουν να μαρτυρήσουν μόνοι τους, χωρίς να τους έχουν πιάσει. Αυτόν ό ανθύπατος κατώρθωσε με καλοπιάσματα πολλά να τον κάνη να' έξομόση και νά θυσιάση στα είδωλα. Γι' αυτό, λοιπόν, αδελφοί, δεν επαινούμε εκείνους πού πάνε να μαρτυρήσουν χωρίς να τους βιάση κανείς, διότι δεν διδάσκει έτσι το Ευαγγέλιο.
"Όσο για τον ύπερθαύμαστο Πολύκαρπο, όταν άκου-σε ότι ζητούσαν να τον πιάσουν, δεν ταράχθηκε, άλλα ή-θελε να μείνη στην πόλι. Άλλα οι πιστοί τον έπεισαν να κρυφθή. Και κρύφθηκε σ' ένα μικρό κτήμα πού δεν απεί-χε πολύ από την πάλι κι έκει έμεινε με λίγους χριστια-νούς, νύχτα μέρα μην κάνοντας τίποτε άλλο παρά να προσεύχεται για όλους και για τις Εκκλησίες της οικου-μένης, πράγμα πού ήταν ή συνήθεια του. Και καθώς προ-σευχόταν είδε μια οπτασία, τρεις μέρες πριν από τη σύλ-ληψί του. Είδε ότι το προσκέφαλο του είχε πιάσει φωτιά. Και γύρισε και είπε στους συντρόφους του" Θα καώ ζωντανός.
Και καθώς οι έρευνες γίνονταν πιο επίμονες και πλησίαζαν στο μέρος πού κρυβόταν, ό Πολύκαρπος έφυγε και πήγε σ' ένα άλλο αγρόκτημα. Και μόλις έ-φυγε, έφθασαν εκείνοι πού τον ζητούσαν. Και μην έ-χοντας τον βρει, έπιασαν δύο παιδιά πού δούλευαν στο κτήμα από τα όποια το ένα άφορη το βασάνισαν ώμολόγησε. "Αλλωστε ήταν αδύνατο να ξεφύγη, διότι εκείνοι πού τον είχαν προδώσει ήταν γνωστοί του. Και ό είρήναρχος, πού είχε το ιώδιο με τον Πολύκαρ-πο όνομα και τον έλεγαν επίσης και Ηρώδη, βιαζόταν να τον μπάση στο αμφιθέατρο, έτσι πού ό μεν Πολύ-καρπος να τελειωθή, γινόμενος κοινωνός του Χρί-στου, οι δε καταδότες του να πάρουν την τιμωρία του Ιούδα.
"Έχοντας, λοιπόν, οδηγό το παιδί, ημέρα Παρασκευή και κατά το σούρουπο, βγήκαν οι στρατιώτες της καταδιώξεως με καβαλλάρηδες, αρματωμένοι σαν σε πόλεμο και ως επί ληστήν τρέχοντες. Και αργά το βράδυ έκαμαν έφοδο στο μέρος πού βρισκόταν και τον βρήκαν στο υπερώο, ξαπλωμένον σ' ένα δωμάτιο. Και από κει θα μπορούσε να φύγη, αλλά είχε άρνηθή, λέγοντας· το θέλημα του Θεού' γενέσθω "Όταν, λοι-πόν, τους άκουσε, κατέβηκε κι έπιασε κουβέντα μαζί τους. Και απόρησαν βλέποντας την ευστάθεια της μεγάλης του ηλικίας και τη βιασύνη να συλληφθή τό-σο γέρος άνθρωπος. Ευθύς, λοιπόν, πρόσταξε να τους βάλουν να φάνε και να πιουν όσο θέλουν και τους παρακάλεσε να του επιτρέψουν στο μεταξύ να προσευχηθή άνετα. Εκείνοι του τό επέτρεψαν και έ-πιασε και προσευχήθηκε πλημμυρισμένος από τη Χάρι του Θεού δύο ολόκληρες ώρες, έτσι πού θαμπώθηκαν οι στρατιώτες και μερικοί άπ' αυτούς μετάνοιωσαν πού είχαν έλθει να πιάσουν ένα τέτοιο θεόπρεπο γέ-ροντα.
"Όταν κάποια φορά τελείωσε την προσευχή, στην οποία μνημόνευσε όλους όσοι είχαν έλθει σε συνά-φεια μαζί του, μικρούς και μεγάλους, ένδοξους και ά-σημους και όλη τήν καθολική Έκκλησία πού απλώνε-ται στην οικουμένη, και ήλθε ή ώρα να βγουν,· τον έ-βαλαν πάνω σ' ενα όνο και τον έφεραν στην πόλι,. ξη-μερώματα του Μεγάλου Σαββάτου. Και στον δρόμο τον προϋπάντησε ό είρήναρχος * Ηρώδης με τον πα-τέρα του τον Νικητή πού τον Έβαλαν να καθίση δί-πλα τους στο αμάξι τους, κι άρχισαν να προσπαθούν να τον μεταπείσουν, λέγοντας.
—Μα είναι τόσο κακό .να πης' Κύριος είναι ό Καί-σαρ; Είναι τόσο σπουδαίο πράγμα να θυσιάσης στους θε-ούς και νά κάνης όλους τους υπολοίπους τύπους, προκειμένου να γλυτώσης τη ζωή σου;
Εκείνος στην αρχή σώπαινε, άλλα όταν είδε ότι επέμεναν αποκρίθηκε.
—Δεν πρόκειται να κάμω αυτά πού με συμβου-λεύετε.
Τότε εκείνοι, βλέποντας πώς του κάκου πήγαν τα λόγια τους, τον περιέλουσαν με βρισιές και τον γκρέμισαν από το αμάξι, έτσι πού πέφτοντας να πληγωθή στο πό-δι. Και χωρίς να τους πι ούτε λέξι, σαν να μην είχε πά-θει τίποτε, πορευόταν· όλοπρόθυμα, οδηγούμενος στο αμφιθέατρο, όπου γινόταν τέτοια οχλοβοή ώστε να μη μπορή να κρυφθή ή φωνή κανενός,
Άλλα στον Πολύκαρπο καθώς έμπαινε στο αμ-φιθέατρο ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό πού έλεγε* "Ίσχυε, Πολύκαρπε, και άνδρίζου. Και εκείνον πού μίλησε κανένας δεν τον είδε, άλλα τη φωνή την άκουσαν οι δίκοι μας που βρίσκονταν εκεί. "Όταν, λοιπόν, ώδηγήθηκε εκεί, έγινε μεγαλύτερη ή ο-χλοβοή, διότι ό λαός έμαθε ότι ό Πολύκαρπος είχε συλληφθή. Στεκόμενον μπροστά στο βήμα του, ό αν-θύπατος άρχισε να τον άνακρίνη. Πρώτα τον ρώτησε αν ήταν ό ίδιος ο Πολύκαρπος και σαν εκείνος το έβε-βαίωσε, βάλθηκε ό ανθύπατος νά τον πείση ν' άρνηθή την πίστι του, λέγοντας* Λυπήσου τα χρόνια, σου και άλλα παρόμοια πού συνηθίζουν οι εθνικοί δικα-σταί, όπως: Αναγνώρισε τη θεία δύναμι του Καίσαρος, άλλαξε γνώμη, πες Να λείψουν οι άθεοι.
Ό Πολύκαρπος τότε με γαλήνια κι άτρομη όψη γυρόφερε το βλέμμα στις κερκίδες πού ήσαν σκεπα-σμένες από τους ανόμους εθνικούς, σήκωσε το χέρι ε-ναντίον τους με τρομερή κίνησι, αναστέναξε και άνα-βλέποντας τέλος στον ουρανό είπε. "Ας λείψουν οι ά-θεοι!
Και καθώς, επιμένοντας ο ανθύπατος του έλεγε. —Έξώμοσε, βρίσε τον Χρίστο και σ* ελευθερώνω, αποκρίθηκε ό Πολύκαρπος.
-—'Ογδόντα εξ χρόνια τον υπηρετώ και σε τίπο-τε δεν με βλαψε. Πώς μπορώ, λοιπόν, να υβρίσω τον βασιλέα και σωτήρα μου ;
Άλλα ό ανθύπατος επέμενε, λέγοντας.
—Αναγνώρισε τη θεία δύναμι του Καίσαρος. Και ο Πολύκαρπος αποκρίθηκε.
—Ζητείς να αναγνωρίσω τη θεία δύναμι του αύτοκρά-τορος και υποκρίνεσαι ότι αγνοείς ποιος είμαι. Άκουσε, λοιπόν, καθαρά και ξάστερα την άπάντησί μου. Κι μαι χριστιανός. Κι αν θέλεις να διδαχθής τον χριστιανισμό, δες μου καιρό να σου τον μάθω. Του λέγει ο ανθύπατος. —Πείσε τον όχλο. Και ό Πολύκαρπος του άπαντα.
—Εσένα σ’ αξίωσα των λόγων μου. Διότι διδαχθήκαμε να άποδίνουμε στις αρχές και εξουσίες πού υπάρχουν με την ανοχή του Θεού τιμή τόση όση δεν μας ζημιώ-νει. Λυτοί εδώ υμάς δεν -έχουν κανένα δικαίωμα ν’ α-κούσουν την απολογία μου. Και ό ανθύπατος του λέγει. —"Έχω θηρία, σ' αυτά θά σε ρίξω, αν δεν άλλάξης γνώμη. Και ό Πολύκαρπος αποκρίνεται.
—Φέρε τα γλύστρημα για μας από τα καλύτερα στα χει-ρότερα δεν επιτρέπεται. Απεναντίας από τα χαλεπά μας αρέσει να ανεβαίνουμε στα δίκαια. Και ό ανθύπατος πάλι.
—Θα σε ανάψω σαν λαμπάδα, αν δεν σου φαίνονται σκληρή τιμωρία τα θηρία, και μείνης αμετανόητος. Και ό Πολύκαρπος του απαντά.
—Μ’ απειλείς με τη φωτιά πού καίει για λίγη ώρα κι υστέρα σβύνεται κι αγνοείς το πυρ της μελλού-σης κρίσεως κι αιωνίας κολάσεως πού φυλάγεται άσβυ-στο για τους ασεβείς. Άλλα τί αργοπορείς; Κάμε ό,τι θέλεις.
Αυτά κι άλλα ακόμα λέγοντας, ήταν πλημμυρισμένος α-πό θάρρος και χαρά και στο πρόσωπο του έλαμπε ή θεία χάρις. "Οχι μόνο δεν είχαν καμμιά έπίδρασι πάνω του οι συμβου-λές κι οί απειλές πού άκουε, άλλ' απεναντίας σάστισε ό ανθύπατος. "Εστειλε τότε τον κήρυκα του στη μέση του στίβου νά φωνάξη τρεις φορές.
—Ό Πολύκαρπος ώμολόγησε ότι είναι χριστιανός.
Μόλις τ' άκουσε ό όχλος των ειδωλολατρών και των Ιουδαίων πού είχαν μαζευθή εκεί άπ' όλη τη Σμύρνη ξέ-σπασε σε κραυγές φωνάζοντας άγρια.
—Αυτός είναι ό δάσκαλος της Ασίας, ό πατέρας των χριστιανών, ό χαλαστής των θεών μας, ό άνθρωπος πού έμαθε πολλούς να μη προσκυνούν και να μη θυσιάζουν.
Και φώναζαν στον άσιάρχη Φίλιππο ν' άμολήση πάνω στον Πολύκαρπο ένα λέοντα. Άλλα εκείνος αποκρίθηκε ότι δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, διότι παρόμοια θεάματα εί-χαν δοθή και τελειώσει πια τις προηγούμενες ημέρες.
Τότε όλοι με μια φωνή ζήτησαν να ριχθή στη φωτιά ό Πολύκαρπος. Διότι έπέπρωτο να πραγματοποιηθή ή ο-πτασία πού είχε δη, όταν είδε το προσκέφαλο να καίεται και γύρισε και είπε προφητικά στους πιστούς πού τον τριγύριζαν Θα καώ ζωντανός.
"Όλα έγιναν με τέτοια γρηγοράδα, πού περισσότερη ώρα κάνει κανείς να τα διηγηθή. Οι όχλοι μάζεψαν αμέ-σως από τα γειτονικά εργαστήρια και λουτρά ξύλα και φρύγανα και προπαντός οι Ιουδαίοι πού σε κάτι τέτοιες περιστάσεις συνήθως είναι οι πιο πρόθυμοι άπ' δλους. Και όταν ετοιμάσθηκε ή πυρά, έβγαλε όλα τα ρούχα του, ξεζώσθηκε κι έσκυψε να βγάλη και τα υποδήματα του, πράγμα πού έ-καμε για πρώτη φορά, διότι πάντα έσπευδαν τα πνευμα-τικά του παιδιά να τον υπηρετούν σ' αυτό άμιλλώμενα ποιο πρώτο να τον άγγίξη. Τόση μεγάλη αρετή τον στό-λιζε πριν από το μαρτύριο. Ευθύς, λοιπόν, τον τύλιξαν με τα σίδερα πού χρησιμοποιούνται στους καταδικασμένους να πεθάνουν πάνω στην πυρά. Κι ενώ πήγαιναν να τον καρφώσουν, είπε.
—Αφήστε με έτσι. Εκείνος πού με έσπρωξε έως τη φωτιά, θα μ' άξιώση και χωρίς τα καρφιά σας να μείνω α-σάλευτος πάνω της.
Έτσι δεν τον κάρφωσαν, άλλα τον Έδεσαν μονάχα. Και εκείνος ενώνοντας πίσω στη ράχη τα χέρια του και α-φήνοντας να τα δέσουν, σαν κάποιο διάλεχτο κριάρι πού προσφέρεται από ολόκληρο κοπάδι, ολοκαύτωμα εύάρε-στο στον Θεό, σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είπε.
—Κύριε, ό Θεός ό παν τοκ ρ άτωρ, ό πατέ-ρας του αγαπητού και εύλογητού παιδιού σου Ιησού Χρί-στου, από τον όποιον σε γνωρίσαμε βαθειά, ό Θεός των αγγέλων και δυνάμεων και πάσης της κτίσεως και όλων των δικαίων πού ζουν ενώπιον σου, σ5 ευχαριστώ πού μ5 αξιώνεις μ' αύτη την ημέρα και την ώρα, ώστε να συγκα-ταριθμηθώ στους μάρτυρες σου πού ήπιαν από το ποτή-ριον του Χριστού σου εις άνάστασιν ζωής αιωνίας της ψυχής και του σώματος μέσα στην αφθαρσία του Άγιου Πνεύματος. Είθε να γίνω δεκτός ανάμεσα στους μάρτυ-ρες σου σήμερα σε μία Ουσία πλούσια κι ευπρόσδεκτη, Όπως προετοίμασες και προφανέρωσες κι έξεπλήρωσες, ό αληθινός και άψευδής Θεός. ΙΥ αυτό και για όλα σε αι-νώ, σε ευλογώ, σε δοξάζω δια του αιωνίου και επουρανί-ου άρχιερέως Ιησού Χριστού, του αγαπητού σου υιού, δια του οποίου σε σένα μαζί του και μαζί με το Πνεύμα το Άγιο απονέμεται δόξα και τώρα και στους μέλλοντες αιώνες. Αμήν.
Άφοΰ ανέπεμψε το Αμήν και τελείωσε την προσευ-χή του, έβαλαν φωτιά στα ξύλα και τα φρύγανα. Τότε ξε-πήδησε μεγάλη φλόγα και είδαμε ένα θαύμα σ* όσους α-πό μας δόθηκε να το δούμε. Οι όποιοι και φυλαχθήκαμε σώοι για να το αναγγείλουμε και στους λοιπούς. Οι φλό-γες, λοιπόν, έφτιαξαν ένα είδος καμάρας, σαν πανί καραβιού φουσκωμένο από τον άνεμο και περιτείχισαν κυκλοτερά το σώμα του μάρτυρος. Κι αυτός ήταν στο κέντρο όχι σαν σάρκα καιόμενη, αλλά σαν ψωμί πού ψή-νεται στο φούρνο ή σαν χρυσάφι ή σαν ασήμι πού πυρώ-νεται στο καμίνι. Και μας ήλθε τέτοια ευωδία, σαν από λι-βάνι ή από κάποιο άλλο, ακριβό θυμίαμα.
Στο τέλος βλέποντας οι άνομοι ότι το σώμα του δεν το άγγιζε ή φωτιά, πρόσταξαν ένα κομφέκτορα να τον χτυ-πήση με το ξίφος του. Και σαν τον χτύπησε, έτρεξε αίμα τόσο πού έσβησε τη φωτιά κι ό όχλος θαύμασε την τόση διαφορά πού υπάρχει ανάμεσα στους άπιστους και τους εκλεκτούς. "Ένας από τους εκλεκτούς ήταν και ό ύπερ-θαύμαστος Πολύκαρπος πού υπήρξε στον καιρό μας δι-δάσκαλος αποστολικός και με προφητικό χάρισμα και επί-σκοπος της .καθολικής Εκκλησίας στη Σμύρνη. Διότι κά-θε λόγος πού βγήκε άπό το στόμα του, και πραγματοποι-ήθηκε κα! θα πραγματοποιηθή.
"Όσο για τον αντίζηλο και βάσκανο και πονηρό ε-χθρό των δικαίων, σαν είδε το μεγαλοπρεπές τέλος του Πολυκάρπου και την ανέκαθεν άνεπίληπτη ζωή του, σαν τον είδε στεφανομένον με τον στέφανο της αφθαρσίας και βραβευμένον αναντίρρητα, βρήκε τρό-πο να μην πάρουμε μήτε το σκήνωμα του, πού τόσοι και τόσοι ανάμεσα στους πιστούς ήθελαν να το αποκτήσουν. Υπέβαλε, λοιπόν, στον Νικήτη, τον πατέρα του Ηρώδη και αδελφό της Αλκής, να παρακάλε-ση τον άρχοντα να μη μας παραδώση το σώμα. Και δι-ετύπωσε τη δικαιολογία ότι υπήρχε φόβος, αν άφηνε το λείψανο, να παρατήσουν τον εσταυρωμένο και να λατρεύουν αυτό. Αυτές τις ιδέες τις υπέβαλλαν και τις ενίσχυαν οι ιουδαίοι, πού εξ άλλου μας φύλαγαν μην πάρουμε το σώμα, μην ξέροντας ότι ούτε τον Χριστό ποτέ θα μπορέσουμε να εγκαταλείψουμε, πού έπαθε ό άμωμος για τη σωτηρία όλου του κόσμου ού-τε άλλον να λατρεύουμε. Αυτόν τον προσκυνούμε δι-ότι είναι ό Υιός του θεού και τους μάρτυρες ως μαθη-τάς και μιμητάς του Κυρίου τους αγαπούμε άξια, διό-τι ευνοήθηκαν απερίγραπτα από την βασιλέα και διδά-σκαλο τους. Είθε κι εμείς να γίνουμε κοινωνοί τους και συμμαθηταί τους.
"Όταν, λοιπόν, είδε ό έκατόνταρχος την κακή διά-θεσι των Ιουδαίων, έβαλε το λείψανο στη μέση και κατά την συνήθεια των ειδωλολατρών το έκαψε. "Έτσι εμείς κατόπιν μαζέψαμε τα άκριβώτερα από πέ-τρες πολύτιμες και καθαρώτερα από χρυσάφι οστά του και τα αποθέσαμε σε κατάλληλο τοπίο. Έκεί θα συναζόμαστε μ' άγαλλίασι και χαρά και θα γιορτάζου-με τη γενέθλια ημέρα του μαρτυρίου του, με τη χάρι του Θεού, γιορτάζοντας τη μνήμη εκείνων πού άθλη-σαν και δυναμώνοντας τις ψυχές μας για νέα μαρτύ-ρια.
Αυτά σχετικά με τον μακάριο Πολύκαρπο, πού μα-ζί μ' εκείνους πού προέρχονταν από τη Φιλαδέλφεια μαρτύρησε δωδέκατος στη Σμύρνη κα! ή μνήμη του ξεχωρίζει απ' όλων των άλλων και αναφέρεται σε κά-θε τόπο ακόμη και από τους ειδωλολάτρες. Ό Πολύ-καρπος δεν υπήρξε μονάχα μεγάλος διδάσκαλος της Εκκλησίας, άλλα και μάρτυς περιφανής, του οποίου το μαρτύριο δήλοι θέλουν να μιμηθούν διότι έγινε σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Χριστού. Πολέμησε με την υπομονή τον άρχοντα της αδικίας κι έτσι παίρ-νοντας τον στέφανο της αφθαρσίας, μαζί με τους α-ποστόλους κι όλους τους δικαίους άγάλλεται και δο-ξάζει τον Θεό και πατέρα παντοκράτορα και ευλογεί τον Κύριον ημών Ίησούν Χριστόν, τον σωτήρα των ψυχών μας και κυβερνήτη των σωμάτων μας και ποι-μένα της καθολικής και οικουμενικής Εκκλησίας.
Μας ζητήσατε με λεπτομέρειες να σας διηγηθούμε τα όσα συνέβησαν και σε τούτο το γράμμα μας σας τα εκθέτουμε όλα, στέλνοντας το σας με τον αδελφό μας Μαρκίωνα. Άφού, λοιπόν, το διαβάσετε και μάθετε όσα αναφέραμε, στείλτε το και στους παραπέρα αδελφούς για^. να δοξάζουν κι εκείνοι τον Κύριο πού διαλέγει τους δούλους του.
Στον δε δυνάμενο να μας εισαγάγη με τη χάρι του και τη δωρεά του στην αιωνία βασιλεία του διά του υιού του μονογενούς Ίησοϋ Χρίστου, ας είναι ή δόξα, ή τιμή, το κράτος, ή μεγαλωσύνη στους αιώνες. Χαιρετήστε μας όλους τους αγίους αδελφούς. Σας χαιρετούν όλοι οι δι-κοί μας και ό Εύάρεστος πού έγραψε το γράμμα, μ' όλη του την οικογένεια.
Ό μακάριος Πολύκαρπος έμαρτύρησε τον μήνα Ξαν-θικό, στη δεύτερη μέρα, πριν από τις επτά Μάρτιες κα-λάνδες, τό Μέγα Σάββατο και ώρα ογδόη. Συνελήφθη από τον Ηρώδη, όταν άρχιερεύς ήταν ό Τραλλιανός Φί-λιππος, ανθύπατος ό Στάτιος Κοδράτος, βασιλεύς δε αι-ώνιος ό Κύριος ημών Ίησούς Χριστός. Στον όποιον ή δόξα, τιμή, μεγαλωσύνη, θρόνος αιώνιος άπό γενεά σε γενεά. Αμήν.
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΟΛΥΚΆΡΠΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΣΙΟΥΣ.
῾Ο Πολύκαρπος καί οἱ πρεσβύτεροι πού εἶναι μαζί του πρός τήν ᾿Εκκλησία τοῦ Θεοῦ πού παροικεῖ στούς Φιλίππους. ἄς πληθυνθοῦν σέ σᾶς τό ἔλεος καί ἡ εἰρήνη ἀπό τόν παντοκράτορα Θεό καί τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό τό σωτῆρα μας.
Χάρηκα γιά σᾶς πολύ μέσα στόν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό, πού ὐποδεχθήκατε τούς μιμητάς τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καί τούς ξε-προβοδόσατε ὅπως σᾶς ἅρμοζε, τυλιγμένους μέ τά ἁγιοπρεπῆ δεσμᾶ, πού εἶναι διαδήματα τῶν διαλεκτῶν τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Κυρίου μας. χάρηκα διότι ἔτσι ἡ ἀμετάθετη ρίζα τῆς πίστεως σας πού εἶναι γνωστή ἀπό τά παλιά χρόνια, ἀποδείχνεται ὅτι μένει ὥς τώρα καί καρποφορεῖ χάριν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔφθασεν ἕως τό θάνατο γιά τίς ἁμαρτίες μας, ὅν ἤγειρεν ὀ Θεός λύσας τάς ὁδύνας τοῦ ἅδου· εἰς ὄν οὐκ εἰδόντες πιστεύετε χαρᾴ ἀνεκλαλήτῳ καί δεδοξασμένῃ, στήν ὀποία πολλοί ἐπιθυμοῦν νά εἰσέλθουν, γνωρίζοντας ὅτι χάριτί ἐστε σεσωσμένοι, οὐκ ἐξ ἔργων, ἀλλά μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ διά ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.
Διό ἀναζωσάμενοι τάς ὀσφύας ἡμῶν δουλεύσατε τῷ Θεῷ ἐν φόβῳ καί μέσα στήν ἀλήθεια, παρατῶντας τήν κούφια ματαιολογία καί τήν πλάνη τῶν πολλῶν, πιστεύσαντες εἰς τόν ἐγείραντα τόν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστό ἐκ νεκρῶν καί δόντα αὐτῷ δόξαν καί θρόνο στά δεξιά του· ᾦ ὑπετάγη τά πάντα ἐπουράνια καί ἐπίγεια, τά ὁποῖα πᾶσα πνοή λατρεύει, ὁ ὁποῖος ἔρχεται κριτής ζώντων καί νεκρῶν καί πού γιά τό αἷμα του θά ζητήση λόγο ὁ Θεός ἀπό ἐκείνους πού ἀπειθοῦν σ᾿ αὐτόν. Καί ἐκεῖνος πού ἤγειρε ἐκ νεκρῶν τόν Κύριο, καί ἡμᾶς ἐγερεῖ, ἄν κάνουμε τό θέλημά του καί βαδίζουμε στίς ἐντολές του καί ἀγαποῦμε ὅσα ἀγάπησε, ἀπέχοντες ἀπό κάθε ἀδικία, πλεονεξία, φιλαργυρία, καταλαλιά, ψευδομαρτυρία· μή ἀποδίδοντες κακόν ἀντί κακοῦ, ἤ λοιδορίαν ἀντί λοιδορίας ἤ γροθιά ἀντί γροθιᾶς ἤ κατάρα ἀντί κατάρας. ᾿Αλλά ἔχοντας πάντα στή μνήμη μας ἐκεῖνα πού εἶπε διδάσκοντας ὁ Κύριος· μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε· ἀφίετε καί ἀφεθήσεται ὑμῖν· ἐλεᾶτε, ἵνα ἐλεηθῆτε· ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, ἀντιμετρηθήσεται ὑμῖν· καί ὅτι μακάριοι οἱ πτωχοί καί οἱ διωκόμενοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστίν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Αὐτά τά λόγια γιά τή δικαιοσύνη σᾶς τά ἔγραψα, ἀδελφοί, ὄχι γιατί τό ἐπέτρεψα στόν ἑαυτό μου, ἀλλά σεῖς προηγουμένως μοῦ τό ζητήσατε. Οὔτε ἐγώ οὔτε ἄλλος σάν ἐμένα μπορεῖ νά συγκριθῆ στή σοφία μέ τό μακάριο Παῦλο πού ἦλθε στόν τόπο σας παλαιότερα ὁ ἴδιος καί δίδαξε μ᾿ ἄκρίβεια καί βεβαιότητα τό λόγο τῆς ἀλήθείας καί κατόπιν ὄντας μακριά ἔγραψε σέ σᾶς ἐπιστολές. Σ᾿ αὐτές ἄν ἐγκύπτετε θά μπορεῖτε νά οίκοδομηθῆτε στήν πίστι πού σᾶς δόθηκε. ῾Η πίστι εἶναι ἡ μητέρα ὅλων μας. Τήν ἀκολουθεῖ ἡ ἐλπίδα. Καί προπομπός της εἶναι ἡ ἀγάπη στό Θεό καί τό Χριστό καί τόν πλησίον. ῞Οποιος βρίσκεται μέσα σ᾿ αὐτά, ἐκπληρώνει ὅλην τήν ἐντολή τῆς δικαιοσύνης· διότι ἐκεῖνος πού ἔχει ἀγάπη εἶναι μακριά ἀπό κάθε ἁμαρτία.
᾿Αρχή δέ πάντων χαλεπῶν φυλαργυρία. Ξέροντας, λοιπόν, ὅτι τίποτα δέν ἔχομε φέρει μαζί μας στόν κόσμο αὐτό, ἀλλ᾿ οὔτε καί τίποτα δέ θά μπορέσουμε νά πάρομε μαζί μας ὅταν θά φεύγουμε, ἄς ἁρματωθοῦμε μέ τά ὅπλα τῆς δικαιοσύνης καί ἄς μάθουμε τόν ἑαυτό μας πρῶτα νά βαδίζουμε στήν ἐντολή τοῦ Κυρίου. ῎Επειτα ἄς διδάξουμε καί τίς γυ-ναῖκες μας σύμφωνα μέ τήν πίστι, ἀγάπη καί τήν ἀγνότητα πού τούς δόθηκε, ὥστε νά εἶναι ἀφωσιωμένες στούς ἄνδρες τους μέσα σέ κάθε ἀλήθεια καί νά ἀγαποῦν τούς πάντες μέσα σέ κάθε ἐγκράτεια, καί τά τέκνα τους νά τά μορφώνουν στό φόβο τοῦ θεοῦ. Τίς χῆρες νά τίς διδάσκετε νά σωφρονοῦν στό ἔδαφος τῆς πίστεως τοῦ Κυρίου, νά γνοιάζονται ἀκατάπαυστα γιά ὁλους, νά στέκονται μακριά ἀπό κάθε διαβολή, καταλαλιά, ψευδομαρτυρία, φυλαργυρία καί κάθε ἄλλο κακό, ξέροντας ὅτι ἀποτελοῦν θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ὅλα τά ἐξετάζει μέ λεπτολογία καί τίποτε δέν τοῦ ξεφεύγει τούς λογισμούς οὔτε ἀπό τά νοήματα οὔτε ἀπό τά κρυπτά τῆς καρδίας.
Ξέροντας, λοιπόν, ὅτι Θεός οὐ μυκτηρίζεται, ὀφείλουμε νά πολιτευόμαστε ἀντάξια στά προστάγματά του καί τή δόξα του. ῾Ομοίως οἱ διάκονοι νά εἶναι ἄμεμπτοι μπροστά στή δικαιοσύνη του, ὡς διάκονοι τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι τῶν ἀνθρώπων. ῎Οχι διάβολοι, ὄχι δίλογοι, ἀφυλάργυροι, ἐγκρατεῖς σέ ὅλα, εὔσπλαχνοι, ἐπιμελεῖς, πατῶντας στά ἴχνη τῆς ἀληθείας τοῦ Κυρίου πού ἔγινε διάκονος ὅλων. Σ᾿ αὐτόν ἄν φανοῦμε εὐάρεστοι κατά τόν παρόντα αἰῶνα, θά ἀπολαύσουμε καί τόν μέλλοντα, μιά καί μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι θά μᾶς ἀναστήση καί ὅτι ἄν πολιτευθοῦμε ἀντάξιά του, συμβασιλεύσουμε μαζί του, ἄν βέβαια ἔχουμε πίστι. ῞Ομοίως καί οἱ νεώτεροι νά εἶναι ἄμεμπτοι σέ ὅλα, πρίν ἀπ᾿ ὅλα ἔχοντας ἔγνοια καί χαλιναγωγῶντας τόν ἑαυτό τους μπροστά σέ κάθε κακό. Εἶναι ὠραῖο νά ἀναχαιτίζη τόν ἑαυτό του κανείς μπροστά σέ κάθε κακό. Εἶναι ὤραῖο νά ἀναχαιτίζη κανείς τόν ἑαυτό του μπροστά στίς ἐπιθυμίες τοῦ κόσμου, διότι κάθε ἐπιθυμία κατά τοῦ πνεύματος στρατεύεται καί οὔτε πόρνοι οὔτε μαλακοί οὔτε ἀρσενοκοῖται βασιλείαν Θεοῦ κληρονομήσουσιν οὔτε ὅσοι κάνουν τά ἄτοπα. Γι᾿ αὐτό πρέπει νά ἀπέχετε ἀπ᾿ ὄλα τά παρόμοια, ὑποτάσσοντας τούς ἑαυτούς σας στούς πρεσβυτέρους καί στούς δι-ακόνους σάν στό Χριστό. Καί οἱ παρθένες νά ζοῦν μέ ἄμωμη καί ἀγνή συνείδηση.
Καί οἰ πρεσβύτεροι νά εἶναι εὔσπλαχνοι, ἐλεήμονες σέ ὅλους, νά γυρίζουν πίσω τά πλανεμένα πρόβατα, νά ἐπισκέπτονται ὅποιον εἶναι ἄρρωστος, νά γνοιάζονται γιά τίς χῆρες, τά ὀρφανά καί τούς πένητες. Νά εἶναι προνο-οῦντες ἀεί τοῦ καλοῦ ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων. Νά ἀπέχουν ἀπό κάθε ὀργή, προσωποληψία, ἄδικη κρίση. Νά στέκονται μακριά ἀπό κάθε φυλαργυρία. Νά μήν εἶναι εὔκολοι νά παραδεχθοῦν κατηγορίες ἐναντίον ὁποιουδήποτε. Νά μήν εἶναι σκληροί στίς κρίσεις τους, ξέροντας ὅτι ὅλοι εἴμαστε ὀφειλέται ἁμαρτίας. ῞Αν, λοιπόν, παρακαλοῦμε τόν Κύριο νά μᾶς συγχωρέση τίς ἁμαρτίες, ὀφεί-λουμε καί μεῖς νά συγχωροῦμε. Διότι εἴμαστε μπροστά στά μάτια τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί πάντας δεῖ παραστῆναι τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ καί ἕκαστον ὑπέρ αὐτοῦ λόγον δοῦναι. ῎Ετσι λοιπόν, δουλεύσωμεν αὐτῷ μετά φόβου καί πάσης εὐλαβείας, σύμφωνα μέ τά προστάγματά του καί ἐκεῖνα τῶν ᾿Α-ποστόλων πού μᾶς ἐκήρυξαν τό Εὐαγγέλιο καί τῶν προφητῶν πού προεῖπαν τήν ἔλευσιν τοῦ κυρίου μας. ῞Ας εἴμαστε ζηλωτάί σέ ὅ,τι καλό, ἀπέχοντας ἀπό τά σκάνδαλα καί ἀπό τούς ψευδαδέλφους καί ἀπό ἐκείνους πού ὑπο-κριτικά βαστᾶνε τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί ὁδηγοῦν στή πλάνη κούφιους ἀνθρώπους.
Πᾶς ὅς ἄν μή ὀμοληγῇ, ᾿Ιησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθέναι, ἀντίχριστός ἐστιν. Καί ὅποιος δέν ὁμολογεῖ τό θεῖο πάθος,ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν. Καί ὅποιος παραχαράσσει τά λόγια τοῦ Κυρίου σύμφωνα μέ τίς ἴδιες του ἐπιθυμίες καί λέγει ὅτι δέν ὑπάρχει οὔτε ἀνάστασις οὔτε κρίσις, αὐτός εἶναι πρωτότοκος τοῦ σατανᾶ. Γι᾿ αὐτό, παρατῶντας τή μαται-ότητα τῶν πολλῶν καί τίς ψευδοδιδασκαλίες, ἄς ἐπιστρέψουμε στό κήρυγμα πού ἀπό τήν ἀρχή μᾶς παραδόθηκε, νήφοντες πρός τάς εὐχάς καί προσκαρτεροῦντες μέ νηστεῖες, ζητῶντας μέ δήσεις ἀπό τόν παντεπόπτη Θεό, μή εἰσενέγκεῖν ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, καθώς εἶπεν ὁ Κύριος· τό μέν πνεῦμα πρόθυμον ἡ δέ σάρξ ἀσθενής.
᾿Αδιάλειπτα, λοιπόν, ἄς προσκαρτεροῦμεν βασισμένοι στήν ἐλπίδα ἡμῶν καί στόν ἀρραβῶνα τῆς δικαιοσύνης μας πού εἶναι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὅς ἀνήνεγκεν ἡμῶν τάς ἁμαρτίας τῷ ἰδίῳ σώματι ἐπί τό ξύλον, ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ. ῾Αλλά γιά μᾶς, γιά νά ζήσωμεν, μέσα σ᾿ αὐτόν, ὅλα τά ὐπέμεινε. ῎Ας γίνουμε, λοιπόν, μιμηταί τῆς ὑπομονῆς του καί πάσχοντας γιά τό ὄνομά του, ἄς τόν δοξάζουμε. Διότι αὐτόν τόν ὑπογραμμόν μᾶς ἔβαλε μέ τό παράδειγμά του καί αὐτό εἶναι ἡ πίστις μας.
Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, ὅλους νά πει-θαρχῆται τῷ λόγῳ τῆς δικαιοσύνης καί νά ὑπομένετε ὅλην τήν ὑπομονή, πού τήν εἴδατε μέ τά μάτια σας ὄχι μόνο στά παραδείγματα τῶν μακαρίων ᾿Ιγνατίου, Ζωσίμου καί Ρούφου, ἀλλά καί σέ ἄλλων δικῶν σας καί στόν ἴδιο τόν Παῦλο καί στούς λοιπούς ᾿Αποστόλους· ἔχοντας τήν πεποίθησι ὅτι ὅλοι αὐτοί οὐκ εἰς κενόν ἔδραμον, ἀλλά μέσα στήν πίστι καί τή δικαιοσύνη καί ὅτι τώρα βρίσκονται στόν τόπο πού ἄξιζαν κοντά στόν Κύριο, μέ τόν ὁποῖο συνέπαθαν. Διότι δέν ἀγάπησαν τόν αἰῶνα αὐτό, ἀλλά τόν Κύριο πού πέθανε γιά μᾶς καί ὁ Θεός τόν ἀνέστησε.
...............................................................
Μοῦ γράψατε καί σεῖς καί ὁ ᾿Ιγνάτιος ἄν τύχει καί πάει κανείς στή Συρία, νά πάρη μαζί του καί τά δικά σας γράμματα, πρᾶγμα πού θά τό κάμω ἄν βρῶ εὐκαιρία εἴτε ὁ ἴδιος εἴτε μέ ἄλλον πού στέλλω νά μέ ἀντιπροσωπεύση καί ὡς δικός σας ἐκπρόσωπος. Τά γράμματα τοῦ ᾿Ιγνατίου πού λάβαμε ἀπό αὐτόν καθώς καί ἄλλα, ὅσα τύχαινε νά ἔχουμε, σᾶς τά στείλαμε, ὅπως τό ζητήσατε. ῞Ολα αὐτά εἶναι στό ἴδιο θέμα μέ τήν παροῦσα ἐπιστολή. Καί θά σᾶς ὠφελήσουν πολύ. Διότι περιέχουν πίστι καί ὑπο-μονή καί κάθε οἰκοδομή πού ἀνήκει στόν Κύριό
Περισσότερα... »