Είναι η στιγμή που το απόστημα της υποκρισίας του φαρισαϊσμού και της ηθικής κατάπτωσης θα σπάσει και η όντως ζωή θα θριαμβεύσει. Είναι η ώρα της εκλογής των μαθητών. που θα απαλύνουν τις πληγές του κόσμου, θα χτίσουν τον νέο Ισραήλ και θα οδηγήσουν τους νέους πολίτες του στην βασιλεία των ουρανών.
Άνθρωποι απλοί, γεμάτοι ζωή, ψαράδες στο επάγγελμα οι νέοι ασκοί θα ζυμώσουν τον μούστο και σαν έρθει η ώρα θα μεταγγίσουν το καινούριο κρασί της αιωνιότητας στις ψυχές που διψούν για τον ορθό δρόμο που θα τους οδηγήσει με ασφάλεια στην μόνη αλήθεια που ελευθερώνει, « τον Ιησού Χριστό τον αρχηγό και τελειωτή της πίστεώς μας»[1] που λυτρώνει.
Έτσι λοιπόν ο νέος ραβί της οικουμένης απλώνει τα δίκτυα της αγάπης Του στην Γαλιλαία και σαγηνεύει αυτή την φορά τον Φίλλιπο συμπολίτη του Ανδρέα και του Πέτρου και του λέει «ακολούθει μοι»[2]. Ο Φίλλιπος που γνώριζε τι είπε ο Μωυσής και οι Προφήτες [3] κάνει υπακοή και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία τον ακολουθεί. Στο γλυκύ και πράο πρόσωπο του Χριστού βρίσκει τον λυτρωτή, τον ελευθερωτή και έτσι εκπληρώνεται η προσδοκία και ο πόθος που είχε ανάψει στην καρδιά του με την μελέτη των γραφών.
Αμέσως κιόλας θριαμβευτικά έχοντας ακλόνητη πίστη, ενθουσιασμό και χαρά τρέχει στον Ναθαναήλ να κηρύξει τον ερχομό του Μεσσία : « ευρήκαμεν τον Ιησούν τον υιόν του Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ,»[4] « έρχου και ίδε.» Ο Ναθαναήλ ενώ πρώτα αμφισβητεί στην συνέχεια με πίστη αναγνωρίζει και αυτός τον Υιό του Θεού και βασιλιά του Ισραήλ. Ο Κύριος επιβραβεύει την ομολογία του Ναθαναήλ λέγοντάς του πως στο μέλλον θα αυξηθεί και θα τελειοποιηθεί η πίστη του καθώς θα δει μεγαλύτερα πράγματα από αυτά που μέχρι εκείνη την στιγμή είδε, δηλαδή « τον ουρανόν ανεωγότα, και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον υιόν του ανθρώπου».[5]
Το « ακολούθει μοι,» είναι η γλυκιά πρόσκληση ανά τους αιώνες, στο πείσμα του πικρόκοσμου τούτου ο οποίος αναζητά θύματα στο βωμό της ηδονής και του κέρδους, που εξακολουθεί να φθάνει στα αυτιά κάθε ανθρώπου ευτυχισμένου ή δυστυχισμένου, δίκαιου ή αμαρτωλού, πιστού ή άπιστου με διαφορετικό τρόπο και έκφραση κατά την περίσταση για να του ανοίξει ορίζοντες και πεδία δράσεως σε σφαίρες μιας άλλης λογικής που « ου ζηλοί, ου περπερεύεται, ου φυσιούται.....Ουκ ασχημονεί ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν.....Ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αλήθεια...»[6]
Το « ακολούθει μοι » αντηχεί στους αιώνες, αλλά χρειάζεται ο δικός μας πνευματικός σηματωρός να λάβει το σήμα που θα το οδηγήσει στον δέκτη της καρδιάς μας η οποία πρέπει να έχει διάθεση αγάπης, αγάπης όπως του Φιλλίπου που οδηγεί στην απόλυτη και σταθερή πίστη, την ορθόδοξη Εκκλησία.
Ο Χριστός που δια της εκκλησίας Του βρίσκεται πάντα παρών στην ζωή μας, ζητά από εμάς τέτοια πίστη που δηλώνει βεβαιότητα γι΄ αυτά που δεν βλέπουμε[7] και τέτοια φλεγόμενη καρδιά που να ομολόγεί με θάρρος και παρρησία στον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο μας πως « ευρήκαμεν τον Μεσσία ,» να καλεί με το « έρχου και ίδε » κάθε δυστυχισμένη και εγκλωβισμένη ψυχή που πέφτει θύμα αιρέσεων, καταστρεπτικών λατρειών, ψεύτικων θεών, της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και των πρόσκαιρων ηδονών και να αγωνίζεται να υπερασπιστεί την μόνη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδοξίας.
Με αυτήν την ακλόνητη και αγαθή πίστη και ελπίδα χιλιάδες άγιοι της Εκκλησίας μας μαρτύρησαν - όπως άλλωστε και ο Κύριος έκανε για μας στον φρικτό Γολγοθά - δίνοντας το αίμα τους την εποχή εκείνη της αναταραχής για την προσκύνηση ή μη των εικόνων. Με θάρρος οι θεοφώτιστοι πατέρες μας τότε έδωσαν και την μαρτυρία της αλήθειας :
« Όπως είδαν οι Προφήτες, όπως δίδαξαν οι Απόστολοι, όπως παρέλαβε η Εκκλησία, όπως δογμάτισαν οι διδάσκαλοι, όπως έλαμψε η αλήθεια... έτσι φρονούμε, έτσι λαλούμε, έτσι κηρύσσουμε ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός μας. Τιμάμε δε τους Αγίους του με λόγια, με συγγράμματα, με τη θυσία της θείας Ευχαριστίας στους ναούς…. Και τον μεν Χριστό προσκυνούμε ως Θεό και Δεσπότη, τους δε Αγίους του, τιμούμε και απονέμουμε σχετική προσκύνηση.»[8]
Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός, ένωσε στον εαυτό του τη θεία με την ανθρώπινη φύση, άρα λοιπόν μπορούμε να τον εικονίζουμε και όταν τον προσκυνούμε, η πίστη και η αγάπη μας, πηγαίνουν στο πρωτότυπο, δηλαδή στον ίδιο το Θεάνθρωπο Κύριο.
« Αὕτη ἡ πίστις τῶν ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τήν οἰκουμένην ἐστήριξε».
Με αυτή την ακλόνητη πίστη, με αυτήν την διακήρυξη η ειρήνη επανήλθε, κάθε μέθοδος του διαβόλου να διχάσει έπεσε στο κενό, ο θρίαμβος της Ορθοδοξίας είναι γεγονός και τότε και τώρα και στους αιώνες γιατί ο θεμέλιος λίθος της είναι ο Χριστός .[9]
Παράλληλα η Ορθόδοξος εκκλησία μας υπενθυμίζει την διαρκεί πρόσκληση « έρχου και ίδε, » « γεύσασθε και ίδετε. »[10] Καλούμαστε να αναζητήσουμε τον αληθινό θησαυρό της, « τον Μονογενή Υιόν και Λόγον του Θεού, » στην σταυρική Θυσία και την ένδοξη ανάστασή του, στο άγιο ευαγγέλιο, την αποστολική και αγιοπατερική παράδοσή της.
Καλούμαστε να μαθητεύσουμε στο ασκητικό της πνεύμα «προσκαρτερούντες τη διδαχή, ... καί τη κοινωνίᾳ καί τη κλάσει τού άρτου καί ταίς προσευχαίς»[11] μιμούμενοι τους πρώτους χριστιανούς οπου « πάντες οἱ πιστεύσαντες ήσαν επὶ τὸ αυτὸ καὶ είχον άπαντα κοινά, καὶ τα κτήματα και τας υπάρξεις επίπρασκον και διεμέριζον αυτὰ πάσιν καθότι αν τις χρείαν είχεν· μετελάμβανον τροφής εν αγαλλιάσει καὶ αφελότητι καρδίας, αινούντες τὸν θεὸν καὶ έχοντες χάριν πρὸς όλον τὸν λαόν.»[12]
Καλούμαστε να γευθούμε το « ύδωρ το αλλόμενον »[13] να ξεδιψάσουμε στην πηγή της αγάπης και της σοφίας της ώστε με ορθή και ακλόνητη πίστη δια της οδού της ορθοδόξου εκκλησίας να ακολουθήσουμε τον Κύριο ως γνήσιοι και αγαπημένοι μαθητές, αδελφοί και φίλοι του.
Μέσα στο πνεύμα αυτό, της ορθοπραξίας, της αλήθειας, της βεβαιότητας, της πίστεως, της ελπίδας και της αγάπης, κάθε στιγμή της ζωής μας αλλά κυρίως την περίοδο αυτή της μετανοίας, της ασκήσεως και της πορείας μας προς τον Γολγοθά πρέπει να αγωνιστούμε ώστε ν΄ ανταποκριθούμε στην αιώνια πρόσκληση, στο « ακολούθει μοι » και να « εκκαθάρωμεν εαυτούς .»
Να τον ακολουθήσομε όπως ο Φίλλιπος, οι Δώδεκα και οι Εβδομήκοντα μαθητές του, ο μέγας Παύλος, τα αναρίθμητα νέφη των μαρτύρων, ο χορός των Οσίων, των Ομολογητών, των Αναργύρων, των νεομαρτύρων, μένοντας ακλόνητοι μαχητές στο πνευματικό στάδιο της « μίας αγίας καθολικής και αποστολικής εκκλησίας»[14] αγωνιζόμενοι τον αγώνα τον καλό, ώστε και με την χάρη του Τριαδικού Θεού ν΄ αποκτήσουμε βίο καθαρό και να δώσουμε έτσι την δική μας έμπρακτη μαρτυρία, ως εν επιγνώσει ορθοδόξοι χριστιανοί ευαγγελιζόμενοι « τα μεγαλεία του θεού »[15] στον σύγχρονο κόσμο της Βαβέλ, της ματαιότητας και των ψευτοσωτήρων, και να αξιωθούμε στο τέλος της επί γης ζωή μας με ασφάλεια να συμπορευτούμε με « τον ερχόμενο Κύριο προς το εκούσιον πάθος,» «εις την άνω Ιερουσαλήμ την βασιλεία των ουρανών .»[16]
«Τῶν δε της Ορθοδοξίας προμάχων ευσεβών Βασιλέων, αγιωτάτων Πατριαρχών, Αρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ομολογητῶν,» των οποίων τους αγώνες και την θυσία σήμερα θυμόμαστε και τιμούμε, Αιωνία η μνήμη.
Γένοιτο
Φεβρουάριος 2009
Πρεσβύτερος Εμμανουήλ
[1] Έβρ. ιβ' 2
[2] Ιωανν. α,44
[3] Ιωανν. α,46
[4] Οπ. παραπάνω
[5] Ιωανν .α, 52
[6] Κορινθίους Α 13,5
[7] Εβρ. 11, 1
[8] Κείμενο της Αγίας Εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου για την Ορθοδοξία
[9] Α' Κορ. γ' 11
[10] Ψαλμός 33
[11] Πραξ. Β,42
[12] Πραξ. Β,44-45
[13] Ιωάν. 4, 14
[14] Συμβ. Πίστεως
[15] Πραξ. β,11
[16] Αίνοι όρθρου Μ. Δευτέρας
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Η ενορία κοντά σου" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
