Αυτή η θρασύτητα της άμυαλης νιότης που βιάζετε να πετάξει στο άνεμο της ξεγνοιασιάς γλιτώνοντας δήθεν από τον ζυγό της πατρικής στοργής και φροντίδας, έχει σαν αποτέλεσμα ο άσωτος γιος να ζήση το εφήμερο και να φορτωθεί την αμαρτία, να γίνει εκείνος που περιπλανιέται σε ξένη χώρα, βόσκει χοίρους και τρέφεται με χαρούπια.
Ο άνθρωπος είναι πλασμένος να απολαμβάνει την ελευθερία που του χάρισε ο ουράνιος Πατέρας , και δεν είναι λίγες οι φορές που κάνει χρήση αυτού του δικαιώματός του και δεν θέλει να ονομάζεται γιος του Θεού, δεν θέλει να είναι μέλος της εκκλησίας Του. Σκορπά τα θεία δώρα που έλαβε άσκοπα εδώ και εκεί και προσπαθεί να βιώσει την ελευθερία δίχως ηθικές δεσμεύσεις, γκρεμίζει κάθε φραγμό και επιδίδετε σπάταλα στο κυνήγι της επιδερμικής ευχαρίστησης και της στιγμιαίας χαράς. Αυτή είναι και η ύψιστη και τραγικότερη μορφή της δουλείας που οδηγεί « στο μαύρο αδιέξοδο, στην άβυσσο του νου »[1] εν τέλει στην δεινή θέση του χοιροβοσκού. Ανταλλάζει πολύ απερίσκεπτα την δόξα του αφθάρτου Θεού με το ομοίωμα της εικόνας του φθαρτού ανθρώπου, λατρεύει την κτίση αντί τον κτίσαντα και στο τέλος χάνετε σύμφωνα και με τον θεόπνευστο λόγο του ιερού ψαλμωδού που βεβαιώνει : « ότι ιδού οι μακρύνοντες εαυτούς από σου ( Του Θεού) απολούνται. »[2]
Η παραβολή του ασώτου υιού ή καλύτερα όπως πολλοί προτιμούν να την ονομάζουν η παραβολή του σπλαχνικού πατέρα, είναι ιστορία παρμένη από την καθημερινότητά μας. Όμως το βάθος του νοήματός της την έχει καταστήσει ανά τους αιώνες το αποκούμπι και την ελπίδα κάθε παραστρατημένου από τον δρόμο του Χριστού επαίτη ανθρώπου που ζητά λιμάνι γαλήνιο, αγάπη πατρική και σπλαχνική και ασφάλεια στην ζωή του.
Η σύγκριση της κατάντιας του χοιροβοσκού με την αξιοπρέπεια που ζουν οι δούλοι του πατέρα περιδινεί στο μυαλό του ασώτου, ο ίλιγγος της αστοχίας του προκαλεί θολούρα, το πέπλο της απελπισίας σκεπάζει το είναι του και αισθάνεται βαριές τις χειροπέδες της ντροπής. Προσπαθεί κάθιδρος να βρει λύση, και ξαφνικά «έρχεται εις εαυτόν,»
συλλογάτε την πρώτη του κατάσταση, την αρετή, την δόξα και την τιμή που απολαμβάνουν όσοι εργάζονται τα έργα του Θεού, τινάζεται σύγκορμος , μοιάζει να υψώνει τα κατάρτια της μετανοίας και της αποφασιστικότητας, πετά το ραβδί της απελπισίας και τσακίζει το θηρίο του εγωισμού. Τώρα επιστρέφει στο σπίτι του έστω να ζήσει εκεί σαν ένας μεταξύ των δούλων. Και « ο πατέρας των οικτιρμών και Θεός πάσης παρακλήσεως,»[3] που πάντα τον περιμένει με αγάπη και λαχτάρα συγκαταβαίνει και τον σφικταγκαλιάζει στην πόρτα της οικίας, δίνει εντολή η νεκρανάσταση του γιου του να γιορταστεί με κάθε μεγαλοπρέπεια σφάζοντας μάλιστα το καλοαναθρεμμένο μοσχάρι.
Η ποικιλόμορφη αμαρτία, το πολυκέφαλο και πολύμορφο αυτό θηρίο, φανταχτερό, προκλητικό, ύπουλο, εύκολο, απατηλό και εν τέλει προδοτικό, με τις φτηνές του υποσχέσεις μας ξεγελά πολλές φορές, μας μεταφέρει σε σφαίρες εικονικής πραγματικότητας για να ρουφήξει και την τελευταία ικμάδα ανθρωπιάς, να μας εξουθενώσει και εν τέλει ως απόκληρους της κοινωνίας να μας μεθύσει με τύψεις. Όμως η Θεία αγάπη, ο δημιουργός και πατέρας μας, πάντα περιμένει σπλαχνικά και μ’ ανείπωτη χαρά, άλλωστε για μας θυσίασε τον « μόσχον τον άμωμον » τον μονογενή του Υιό « ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόλυται….»[4] και άπλωσε το χέρι Του να μας ανεβάσει στον ουρανό.
Ποτέ και κανείς μας δεν μπορεί να αισθάνεται υπερήφανος πως δεν υπήρξε ή δεν θα υπάρξει έστω και για λίγο στην ζωή του δραπέτης της θείας αγάπης, που τράβηξε τον δικό του δρόμο για χώρες μακρινές, μα ποτέ δεν είναι αργά σ’ όποιο στάδιο ασωτίας κι αν βρεθούμε ή βρισκόμαστε, ηθελημένα ή αθέλητα να αισθανθούμε το σφάλμα μας, να αισθανθούμε ότι αποξενωθήκαμε από τον Θεό, να αποφασίσουμε να αλλάξουμε τρόπο ζωής και να εξαγορεύσουμε τις αμαρτίες μας λέγοντας « Πάτερ, ήμαρτον εις τὸν ουρανὸν καὶ ενώπιόν σου,»[5] να μπούμε πάλι στην εκκλησία στο πατρικό μας σπίτι, να ντυθούμε το καθαρό ρούχο του βαπτίσματός και της δικαιοσύνης την « Πρώτη Στολή, »[6] το ένδυμα εκείνο της υιοθεσίας, της καθαρότητας και της αγιοσύνης, να λάβουμε το δακτυλίδι στο χέρι για να δεχτούμε τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος με τα οποία η ψυχή νυμφεύεται το Χριστό, και να φορέσουμε τα « υποδήματα » της δύναμης ώστε να τρέχουμε πλέων γρήγορα και πρόθυμα στον δρόμο της αρετής πατώντας επάνω των νοητών « όφεων και των σκορπίων »[7] και να μην σκοντάψουμε στις πέτρες της αμαρτίας ποτέ ξανά. Τέλος να μετέχουμε του εορταστικού πνευματικού δείπνου του Σώματος και του Αίματός του Χριστού που κοινωνούμε στα άγια θυσιαστήρια ώστε να μην πεινάσουμε ποτέ αλλά να έχουμε ζωή αιώνια.
Ποτέ δεν είναι αργά σ’ όποιο κατήφορο κι αν κατρακυλήσουμε να γυρίσουμε και να αναπαυθούμε στους κόλπους της μεγάλης αγάπης που ακαταπαύστως μας περιμένει και μας καλεί : « δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς.»[8]
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2009
Π. Εμμανουήλ
[1] Καρυωτάκης Κ.Γ. Αισιοδοξία, 1-2, 19-24. Ποιήματα και πεζά. Ερμής, 1979. 139.
[2] Ψαλμ. οβ 27
[3] Β΄ Κορ, 1,4
[4] Κατά Ιωάννην 3,15
[5] Λουκ. 15, 18
[6] Λουκ., κεφ. Ι5, 22
[7] Λουκ. 10,19
[8] Ματθ. 11,29
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Η ενορία κοντά σου" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
