Δεν σταματάει όμως εκεί το θράσος του ανθρώπου αυτού, διψά για αυτόδικαίωση. Βρίζει όλο το ανθρώπινο γένος και με την συνείδησή του ήσυχη πια περιμένει το « ρεγάλο »[2] του από τον Θεό, « ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης.»[3]
Η προσευχή του κατάντησε ένας ύμνος για τον εαυτό του, προσευχή γεμάτη πλάνη και σκληρότητα που δεν διστάζει να προστάζει τον Θεό ξεπερνώντας αυτά τα όρια του λογικού ανθρώπου που δημιουργεί την ψυχική τύφλωση, αποτέλεσμα της εγωπάθειας , της εγωλατρίας, της ψευδαίσθησης του τέλειου και του υπερανθρώπου.
Το εγώ εκμεταλλεύεται ο διάβολος για να ανάψει περισσότερη φωτιά ανοησίας και η λατρεία του μηδέν δημιουργεί αυταπάτες και ψυχώσεις, φαντασία νοσηρή που θολώνει τον ορίζοντα της αξιοπρέπειας και, η δήθεν τελειότητα καταντά αρρώστια βαριάς μορφής. Ο εγωισμός εκδηλώνεται ως ατομική αξιοπρέπεια και είναι κύημα φτωχής καρδιάς και φτωχού πνεύματος. Το τέλος αυτού του κατήφορου είναι η μοναξιά που σφίγγει την ψυχή μέχρι να την πνίξει.
Ο υπεράνθρωπος του εγωισμού παραμονεύει παντού. Σε όλους του τύπους των ανθρώπων, σ’ όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Σ’ εκείνον που ‘χει την εξυπνάδα και που δεν δέχεται από κανένα διόρθωση γιατί τα ξέρει όλα, σ’ εκείνον που ‘χει ομορφιά και που όλη μέρα κοιτάζει τον καθρέπτη του, σ’ εκείνον που ψυχοπονεί τον άρρωστο, τον φτωχό και κάθε εμπερίστατο μα στο τέλος διαλαλεί το έργο του ψιθυρίζοντας
« μην το πείς σε κανένα » , σ’ εκείνον που νηστεύει, που εκκλησιάζεται, κάνει δωρεές και θεωρεί του άλλους αμαρτωλούς και παραστρατημένους και κλείνετε στο καβούκι του μην τους συναντήσει, ή εκκλησιάζεται κάπου σκοτεινά για να μην βλέπει καν το πρόσωπό του αδελφού του, αλλά και σ’ όλους τους λοιπούς τύπους του Φαρισαίου που έχουν κοινό παρανομαστή το « δεν είμαι όπως οι άλλοι».
Από τους δύο ανθρώπους της παραβολής δικαιωμένος φεύγει ο αμαρτωλός Τελώνης. Εκείνος που γονατιστός με το κεφάλι κάτω χτυπά το στήθος του και ζητά το έλεος του Θεού «και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων, ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού».[4]
Η προσευχή είναι η χρυσή αλυσίδα που μας ενώνει με τον Θεό, τον Παντοδύναμο και Δίκαιο Κριτή μας και πρέπει να προσφέρεται με ταπείνωση και σε στιγμές που η συνείδηση υποταγμένη στην ψυχή, δροσίζει την κάψα της αμαρτίας, γκρεμίζει τα κάστρα του πάθους με τα ευλογημένα δάκρυα. Είναι η ώρα που συντελείτε η πραγματική ψυχική κοσμογονία, είναι η ώρα που με το « γνώθι σ’ αυτόν » ο άνθρωπος κοινωνεί με τον Θεό.
« Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ, » η σύντομη προσευχή που δεν βαττολογεί και ανασύρει στο φως την φωσφόρο αυτοσυνείδηση μας. Είναι η προσευχή που έχει γαντζωμένα πάνω της όλα μας τα αιτήματα προς τον ουρανό και ελκύει το έλεος και την μακροθυμία του μόνου Πολυέλαιου. Είναι η θεραπεία του φτωχού πνεύματος, της φτωχής καρδιάς και της μοναξιάς του εγωιστή ανθρώπου. Είναι η δικαίωση του Τελώνη και η λύτρωση κάθε ψυχής που την πνίγει το Εγώ. Είναι η ταπείνωση η μητέρα πασών των αρετών η δοξασμένη, η σωτηριώδης, ο σύνδεσμος της μεταξύ αλλήλων αγάπης, ο φωτισμός του νού, ο οδηγός της ψυχής, το βάλσαμο των αμαρτιών, ο δρόμος της σωτηρίας, η σκάλα που ανεβάζει στο ύψος της δόξας και στα επουράνια σκηνώματα του Θεού. Όταν λυτρωθεί ο υπεράνθρωπος από το εγώ του ανακαλύπτει τον θησαυρό της ταπεινώσεως, βλέπει τον αδελφό του, τον αναζητά, τον συναντά, « και στο πρόσωπο του αδελφού του βλέπει τον ίδιο τον Κύριο και Θεό του,»[5] ζει με τον αδελφό του πλέων καθημερινά ως ίσος προς ίσον και οι μάσκες πέφτουν. Εκεί δεν χωράει η Φαρισαϊκή υποκρισία, εκεί ο άνθρωπος παραδέχεται την αμαρτωλότητά του και ζει ελεύθερος την ζωή του, γιατί ταπεινώνεται. Τώρα είναι ο αμαρτωλότερος των αμαρτωλών, ο ταπεινότερος των ταπεινών ανάμεσα στους ανθρώπους που δεν μένουν στάσιμοι στην όποια αρετή έστω κι αν έχουν, αλλά που κινούνται διαρκώς με μετάνοια και αγωνίζονται για την σωτηρία τους μέχρι και την ύστερη στιγμή της ζωής των. Και ο Θεός εκείνων την προσευχή ακούει, « υπερηφάνοις αντιτάσσεται ταπεινοίς δε δίδωσιν χάριν.» [6]
[1] Λουκ.18,12
[2] Ιταλικά regalo, δώρο, φιλοδώρημα.
[3] Λουκ. 18,11
[4] Λουκ. 18,13
[5] Ἀββᾶ Ἀπολλώ, γ΄, σσ. 20-21
[6] Ιακώβ. κεφ. 4, 6
SUNDAY'S FEES AND FARISAIOU
The Farisaios dressed the cloak of arrogance, contempt turns the full gaze of the sinner fees, and then tumidily with flashy moves, and step alygisto very nerve raises himself, stretched her body in the middle of the Temple in Jerusalem and begins to cry his good deeds and unfolds with great ease the «price» of the virtues. Does not stop there but the nerve of this man, thirst for aftodikaiosi. Revile the whole human race and the conscience quiet now await the «Regalo» by God, «Thank clan that indispensable Amy osper other people, grabs, unfair, moichoi, and the latter as the publican.» The prayer of a hymn has, for himself, full of prayer error and toughness not hesitate to God is in overcoming the limits of reasonable human being who creates the mental blindness, the result of egopatheias of egolatrias, the illusion of perfect and superhuman . The I the devil operates to ignite more fire stupidity and worship of zero creates illusions and psychosis, morbid fantasy that has clouded the horizon of the dignity and the alleged perfection becomes severe illness. The selfishness manifested as individual dignity are embryo poor poor heart and spirit. The end of this slippery slope is the loneliness that tightening the soul until you drown. The superhuman egoism lurk everywhere. In all types of people in all strata of society. In that 's intelligence and do not accept any correction because all he knows, in that' beauty is that all day looking in the mirror, in that psychoponei the sick, the poor and a Detailed cry at the end of the project psithyrizontas «Do not tell anyone», in that fast, to worship, make donations and considers the other sinners and parastratimenous and close to the shell not to meet them, or worship somewhere dark to not see even the face of his brother, but in all other types of Farisaiou who have a common denominator in «I am not like the others». From the parable of two people leaving the justified sinner fees. Those who kneeling with his head down beats his chest and ask the mercy of God «And the publican remote nor even indispensable ithelen eyes to the sky eparai but etypten in the chest this telling, God, ilasthiti Meanwhile MOI sinners. I say ymin, download latter dedikaiomenos at the home of this ». The prayer is the golden chain that unites us with God, the Almighty and our law judge and must be offered with humility and when the conscience subjugated to the dish cools soul of sin, knock down the castles of the blessed passion of tears. It is time to place the actual mental cosmogony is the time to «gnothi him» man communes with God. «God, ilasthiti Meanwhile MOI sinners.» It is the spirit of the poor treatment of poor heart and loneliness of the selfish man. It is the vindication of the charges and the salvation of each soul that I am the tightening. When freed from the superman in me sees his brother in looks, the faces, lives with him every day as equal to equal, and the masks are dropped. It does not fit the self-righteous hypocrisy, where the man admits sinfulness and live free life, because humiliated. Now is the amartoloteros of sinners, the tapeinoteros among the humble people who do not stay stagnant in any virtue, even if they have, but always moved by repentance and fighting for the salvation until the late time of life. Him and God hears prayer, «yperifanois not oppose tapeinois didosin example.»
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Η ενορία κοντά σου" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
