Η διαφήμιση στηρίζεται στο πόσο παράδοξο φαίνεται, στις μέρες μας τουλάχιστον, να διαπράξει κανείς κλοπή, και δη να κάνει διάρρηξη, κλέβοντας φαγητό. Έλα όμως που εμάς προ καιρού αυτό ακριβώς μας συνέβη! Στο υπόγειο υπάρχει ένας καταψύκτης όπου φυλάμε τα τρόφιμα. Μία νύχτα λοιπόν, επιστρέφοντας από τη νυχτερινή μου διασκέδαση, βλέπω την πόρτα του γκαράζ ανοικτή, και επίσης ανοικτή την πόρτα του καταψύκτη, ο οποίος ήταν άδειος. Φαντάστηκα ότι ίσως κάναμε απόψυξη κ δεν το ήξερα, έκλεισα όμως την πόρτα του (πάλι καλά, αλλιώς θα είχε καεί). Φυσικά κάποιον που κλέβει τρόφιμα, άρα κλέβει για να φάει, τον βλέπουμε με κάποια συμπάθεια. Ναι να φάει, δε λέω, αλλά το κατσίκι μας; Τον λαγό μας; Το κουνέλι μας; (Και κουνέλι και λαγό, σημειώστε το αυτό). Τον κιμά μας τον ωραίο και μπόλικο; Τη στάκα μας τη σπιτική που μας την έδωσε η συμπεθέρα που έχει δικά της ζώα και είναι -εκτός από τίγκα στα λιπαρά κ τη χοληστερίνη- μπουκιά και συχώριο; Με αυτά θα χορτάσει δηλαδή ο πεινασμένος; Είναι δίκαιο αυτό; Δεν μας έλεγαν να τους αφήναμε κανα πακέτο ρύζι, μακαρόνια, φακές; Κανένα ληγμένο; Μας ξάφρισαν από την αφρόκρεμα της κρητικής γαστρονομικής πανδαισίας που με πλείστη περηφάνια φυλάγαμε στο κελάρι μας (το κελάρι μ'άρεσε σαν λέξη, επιτρέψτε μου, δεν την έχω ξαναχρησιμοποιήσει!) Βέβαια έχοντας φτάσει ως εκεί οι διαρρήκτες θα μπορούσαν να έχουν κάνει και πολύ χειρότερα, φτηνά τη γλιτώσαμε, δεν το συζητώ. Τη στάκα μας όμως ακόμα την κλαίω...
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Άνιση μάχη με την Εντροπία" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »

